ΚΥΠΕ: ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ «Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ: Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ».

Εισαγωγική ομιλία: Λάρκος Λάρκου, πρόεδρος ΔΣ ΚΥΠΕ με θέμα «ΚΥΠΡΟΣ-ΕΕ: Η πορεία για την ένταξη, από την ένταξη στην προεδρία!»

Λευκωσία, 5 Απριλίου 2012

 

Η 1η Μαίου 2004 αποτελεί την κορυφαία μέρα στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Αυτή η εξέλιξη σφράγισε μια μακρά και δαιδαλώδη πορεία για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. Σε πολλούς συμπατριώτες μας η πορεία αυτή φαίνεται «νομοτελειακή», ή ότι ήταν αρκετό ένα veto της ελληνικής βουλής για να επιτύχουμε ένα μεγάλο στόχο. Η ένταξη της Κύπρου, ωστόσο,  ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα ένταξης μιας χώρας στην ΕΕ στο σύνολο της ενταξιακής διαδικασίας. Προέκυψε γιατί υπήρχαν σχέδια, συνέπεια, πειστικότητα και συμμαχίες. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να αναλύσω την δύσκολη πλευρά της ένταξης, να παραθέσω μερικές άγνωστες πτυχές της που, εκτιμώ, ότι διατηρούν την επικαιρότητά τους και βοηθούν στην κατανόηση σύγχρονων φαινομένων.

Το 1962 υπεγράφη Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Κύπρου και ΕΟΚ. Στις 19 Δεκεμβρίου 1972 υπεγράφη η Συμφωνία Σύνδεσης Κύπρου-ΕΟΚ η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1973. Ωστόσο η  ΕΟΚ ήταν απρόθυμη να δώσει νέα ώθηση στην σχέση της με την Κύπρο εξαιτίας της νέας κατάστασης πραγμάτων που δημιούργησε η τουρκική εισβολή.

Οι διαδικασίες για την προώθηση της Τ.Ε. Κύπρου-ΕΕ καθυστέρησαν μια ολόκληρη δεκαετία εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στο νησί και την οποία τα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΟΚ δεν επιθυμούσαν να ακουμπήσουν.

Το 1977 έπρεπε να είχε αρχίσει η δεύτερη φάση της  Συμφωνίας Σύνδεσης όπως προνοούσε η συμφωνία του 1973 που θα οδηγούσε σε διαπραγματεύσεις για την Τ.Ε . Τα περισσότερα κράτη-μέλη ήταν αρνητικά στην προώθηση αυτού του στόχου για πολιτικούς, κυρίως, λόγους.

Η κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου πέτυχε το ξεπάγωμα της σχέσης Κύπρου-ΕΟΚ. Η Αθήνα κατέστησε σαφές στους εταίρους της ότι δεν θα έδινε τη συγκατάθεσή της στη Μεσογειακή πολιτική της ΕΟΚ, στα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ), εκτός εάν συμφωνούσαν στην προώθηση της Τ.Ε με την Κύπρο. Τελικά έγινε δεκτή η ελληνική θέση και έτσι άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για να τεθεί σε ισχύ η Τ.Ε. Κύπρου-ΕΟΚ την 1η Ιανουαρίου 1988 επί προεδρίας Σ. Κυπριανού.

Τον Απρίλιο του 1988 το Συμβούλιο Υπουργών υιοθέτησε στα συμπεράσματά του τη φράση – κλειδί «το κυπριακό ζήτημα επηρεάζει τις ευρωτουρκικές σχέσεις». Η ίδια φράση επανελήφθη στο πιο υψηλό επίπεδο τον Ιούνιο του 1990 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Λονδίνου

Στις 4 Ιουλίου 1990 ο πρόεδρος Γ. Βασιλείου υπέβαλε αίτηση για να γίνει η Κύπρος πλήρες μέλος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 236 της Συνθήκης της ΕΕ εξέδωσε τη γνωμοδότησή της για την κυπριακή αίτηση τον Σεπτέμβριο του 1993. Η  Επιτροπή έκρινε την Κύπρο ως επιλέξιμη  για ένταξη από την πλευρά  των δεικτών της οικονομικής της ανάπτυξης, αλλά διατύπωσε αντιρρήσεις κατά πόσον η Κύπρος μπορεί να ενταχθεί στην Ένωση χωρίς προηγούμενη λύση στο πολιτικό πρόβλημα.

Στα Συμπεράσματα που προέκυψαν από τις  Συνόδους Κορυφής της Κέρκυρας (Ιούνιος 1994) και εκείνης του Έσσεν (Δεκέμβριος 1994) υιοθετήθηκε η φράση «η επόμενη διεύρυνση θα περιλαμβάνει την Κύπρο και τη Μάλτα». Με την καταγραφή αυτής της πρότασης, έγινε μια σημαντική πρόοδος στην αποσύνδεση της ένταξης από το πολιτικό ζήτημα της λύσης.

Τον Οκτώβριο του 1994 έρχεται προς συζήτηση το  θέμα της Τελωνειακής Ένωσης  Τουρκίας-ΕΟΚ. Αυτό έδωσε μια σημαντική ευκαιρία στην ελληνική διπλωματία να κάνει ένα ακόμα βήμα μπροστά. Με τη Συμφωνία της 6ης Μαρτίου 1995 η Ελλάδα συμφώνησε με το κείμενο για την Τελωνειακή Ένωση Τουρκίας-ΕΟΚ (έναρξη την 1 Ιανουαρίου 1996)  εξασφαλίζοντας το μέγιστο για την εποχή εκείνη αντάλλαγμα για την Κύπρο  με τον καθορισμό ημερομηνίας έναρξης διαπραγματεύσεων ένταξης για την Κυπριακή Δημοκρατία. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Αθήνα αξιοποίησε τη δυνατότητα της ομοφωνίας στο Συμβούλιο για να κάμψει τις αντιδράσεις της γερμανικής προεδρίας, αλλά και της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας. Η φράση – απάντηση Γ. Κρανιδιώτη ήταν πολύ σαφής και αφορούσε και τις τρεις πιο πάνω χώρες: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να δώσει τη συγκατάθεσή της στην Τ.Ε. Τουρκίας – ΕΟΚ εκτός εάν...»

Ο γάλλος Υπουργός Εξωτερικών Αλαίν Ζιπέ ανέλαβε την ευθύνη των διαπραγματεύσεων. Μέσα σε μια επίπονη διπλωματική ανατροπή επήλθε τελικά η συμφωνία στις 6 Μαρτίου 1995.  Μεταξύ άλλων η απόφαση τόνιζε ότι «οι διαπραγματεύσεις ένταξης της Κύπρου θα αρχίσουν πάνω στις προτάσεις της Επιτροπής, έξι μήνες μετά το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της Διάσκεψης...»

Στις 28 Μαρτίου 1998 επί προεδρίας Γ. Κληρίδη άρχισαν οι ενταξιακές συνομιλίες οι οποίες έφεραν την Κύπρο στην πρώτη θέση της ενταξιακής προσπάθειας σε σχέση με τις άλλες υποψήφιες χώρες. Η πρόοδος αυτή δεν ήταν από μόνη της ικανή να ξεπεράσει τις επιφυλάξεις ή τις αρνήσεις σημαντικών χωρών της ΕΕ.  Παρ’ όλο που στις Συνόδους Κορυφής στην Κέρκυρα και στο Έσσεν (1994)  έγινε σαφής λόγος για συμπερίληψη της Κύπρου και της Μάλτας στην επόμενη διεύρυνση, εντούτοις  ορισμένες χώρες εξακολουθούσαν να αποκλείουν ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. με άλυτο το κυπριακό πρόβλημα. Η Γαλλία, η Ιταλία,  η Γερμανία και η Ολλανδία είχαν διατυπώσει ευθέως τις αντιρρήσεις τους, ενώ άλλες ήταν απρόθυμες να υποστηρίξουν το κυπριακό αίτημα. Πάντως σχεδόν όλες οι χώρες προτιμούσαν τη λύση στο κυπριακό και μετά την ένταξη. Εκτιμούσαν ότι η ΕΕ δεν έπρεπε να κληρονομήσει  ένα πρόβλημα που παρέμενε στα χέρια του ΟΗΕ και θα προκαλούσε τριγμούς στις σχέσεις τους με ένα σημαντικό τους εμπορικό και πολιτικό εταίρο, την Τουρκία.

Σημαντικοί γεωπολιτικοί λόγοι οδήγησαν τα ισχυρά κράτη-μέλη της Ένωσης στη διαμόρφωση μιας φόρμουλας η οποία θα έδινε στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας χώρας.

Στις 12 Ιουλίου 1999 ο Γ. Κρανιδιώτης σε συνέντευξή του στο  Reuters διατύπωσε την ελληνική στρατηγική ενόψει της  επόμενης Συνόδου Κορυφής στο Ελσίνκι  στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 1999 και έθετε τις προϋποθέσεις γύρω από το ερώτημα εάν η Τουρκία μπορούσε να πάρει τον τίτλο του υποψήφιου μέλους:

«Εάν η Τουρκία αποτύχει να εκπληρώσει τα κριτήρια (επίλυση του κυπριακού, καλύτερες σχέσεις με την Ελλάδα, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και την δημοκρατία) και τα μέλη της ΕΕ επιθυμούν να της προσφέρουν κανονική υποψηφιότητα, ενδεχομένως στη Σύνοδο Κορυφής τον προσεχή Δεκέμβριο, τότε η Ελλάδα μπορεί να το αποδεχθεί αυτό κάτω από δύο προϋποθέσεις. Πρώτα εγγυήσεις ότι η ένταξη της Κύπρου θα προχωρήσει απρόσκοπτα, χωρίς η λύση στο κυπριακό να είναι προϋπόθεση και δεύτερο δημόσια δήλωση αλληλεγγύης από την ΕΕ στο Αιγαίο».

Στόχος του ήταν να αξιοποιηθεί η επιθυμία των υπολοίπων ευρωπαίων εταίρων για πρόοδο στις ευρωτουρκικές θέσεις με κατάκτηση από την Κύπρο της απρόσκοπτης διαδικασίας ένταξή της. Το πλαίσιο αυτό υλοποίησε ο Κ. Σημίτης στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το Δεκέμβριο του 1999 με την αποσύνδεση της ένταξης της Κύπρου από τη λύση του πολιτικού προβλήματος.

Το Κείμενο  Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι τονίζει ότι «η επίλυση του πολιτικού προβλήματος θα διευκολύνει την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ. Εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων δεν έχει επιτευχθεί λύση, η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς η ανωτέρω να αποτελέσει προϋπόθεση. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο θα λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία». Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί πως στο ίδιο κείμενο συμπερασμάτων  υιοθετήθηκε από τους «15» και μια σημαντική  αναφορά για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο -προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με εποπτεία από το  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας, (7,8,9 Δεκεμβρίου 2000) και της Σεβίλλης (21,22 Ιουνίου 2002) επαναλαμβάνουν τη συμφωνία του Ελσίνκι και ανοίγει το δρόμο για την Εταιρική Σχέση ΕΕ-Τουρκίας στην οποία «καλείται η Τουρκία να υποβάλει ταχέως το εθνικό της πρόγραμμμα υιοθέτησης του κεκτημένου και να το βασίσει στην εταιρική σχέση προσχώρησης».

Στη Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης (12/13 Δεκεμβρίου 2002) παρ’ όλο που το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την  «σαφή προτίμησή του  για την ένταξη  στην ΕΕ μιας ενωμένης Κύπρου»,εντούτοις υιοθέτησε την ουσία της απόφασης στο Ελσίνκι «δεδομένου ότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Κύπρο ολοκληρώθηκαν, η Κύπρος θα ενταχθεί ως νέο κράτος μέλος της ΕΕ».

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 9 Απριλίου 2003 έδειξε το δρόμο για τα Εθνικά Κοινοβούλια. Η πλειοψηφία ήταν σαφής: 507 ψήφοι υπέρ της διεύρυνσης της ΕΕ με τα δέκα νέα κράτη-μέλη, 29 κατά.

Στις 16 Απριλίου 2003 στην Αθήνα υπογράφηκε η Συνθήκη Προσχώρησης των δέκα νέων μελών επί προεδρίας Τ. Παπαδόπουλου.

Έτσι κατακτήθηκε με σχέδια, με έργα, με πρόβλεψη, με σκληρή δουλειά η 1η Μαϊου 2004 με σαφή αναφορά (πρωτόκολλο 10) ότι το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Κυπριακής Δημοκρατίας στο οποίο η εφαρμογή του κοινοτικού  κεκτημένου αναστέλλεται έως την επίλυση του κυπριακού.

Στην Κύπρο συνέβαλαν σε αυτή την επιτυχή πορεία πολλές δυνάμεις με το δικό τους τρόπο και επίπεδο: κυβερνήσεις, κόμματα, βουλή, συνδικάτα, κυβερνητικές υπηρεσίες, πρόσωπα με ειδικό βάρος κλπ.  Να τονίσω επίσης τη στενή συνεργασία των Κυβερνήσεων Κύπρου και Ελλάδας, αφού η Ελλάδα ήταν ήδη μέλος, άρα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα.

Από την 1η Μαϊου 2004 πέρασαν οκτώ χρόνια, από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ έξη και επί προεδρίας Δ. Χριστόφια η Κύπρος αναλαμβάνει την εκ περιτροπής προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Αυτή η δαιδαλώδης πορεία δείχνει πέντε βασικές αλήθειες:

Α). Η ένταξη συνιστά την πιο σημαντική εξέλιξη στη νεότερη ιστορία της Κύπρου. Η Κύπρος συγχρονίζει το βηματισμό της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και εντάσσει το πεπρωμένο της στην πιο προοδευτική κοινότητα λαών που έχει παρουσιαστεί στην παγκόσμια ιστορία. Συνεπώς ενδυναμώνει το πολιτικό της μέγεθος, δημιουργεί νέες ευκαιρίες και αποκτά ένα πλαίσιο  ανάπτυξης που προσφέρει δυνατότητες που ποτέ άλλοτε δεν είχε.

Β). Η πολιτική των διασυνδέσεων, της προώθησης εθνικών συμφερόντων μέσα από την κοινοτική μέθοδο έφεραν την ένταξη. Δεν αρκεί να επικαλείσαι το δίκαιό σου, μετρά πιο πολύ να μιλάς με την κοινοτική γλώσσα, να πείθεις, να δημιουργείς συμμαχίες, να είσαι ένας δημιουργικός εταίρος που έχεις άποψη για όσα απασχολούν την ΕΕ. Μόνο έτσι δημιουργείς ένα δίκτυο συμφερόντων που διευκολύνει  και τις ειδικότερες κυπριακές επιδιώξεις. Επιπρόσθετα στην ΕΕ έχουν ρόλο  οι απόψεις, οι προτάσεις που μια χώρα καταθέτει, το μέγεθος μιας χώρας δεν προσδιορίζει την επίδρασή της στις εξελίξεις.

 

Γ). Η ενότητα, η συνεργασία, οι κοινές προσπάθειες, η Κύπρος με μια φωνή, είναι το βαθύ νόημα της προσπάθειας που προηγήθηκε της ένταξης. Το ίδιο ισχύει και για την Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ: μια χώρα με το μέγεθος της Κύπρου μπορεί να αξιοποιήσει την ποιότητά της, το ανθρώπινο κεφάλαιό της, τις συνεργασίες ανάμεσα στις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές της δυνάμεις, να καλλιεργεί το ήπιο κλίμα.

Δ).  Αυτή η ιστορική αλλαγή δεν είναι μόνο ευκαιρίες και θετικά. Είναι ένα πεδίο ανταγωνιστικό, πολύπλοκο και απαιτητικό γι’ αυτό η δραστήρια συμμετοχή  με την προσαρμογή στα επίπεδα που η ΕΕ προωθεί, είναι μια επίπονη διαδικασία για την κυπριακή κοινωνία. Αυτό απαιτεί διαρκή ενημέρωση, κινητοποίηση των κοινωνικών εταίρων, ισχυρό δίκτυο παρουσίας στο κοινοτικό επίπεδο, διεκδίκηση ρόλου για την  Κυπριακή  Δημοκρατία σε τομείς που διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Ε) Η προεδρία το δεύτερο εξάμηνο του 2012 αποτελεί μια νέα πρόκληση για την Κυπριακή Δημοκρατία με άλλα χαρακτηριστικά.  Αν αναλύσει κάποιος τα πραγματικά δεδομένα της περιόδου πριν από την ένταξη, σχεδόν αβίαστα θα βρει τη μέθοδο και για μια επιτυχημένη Προεδρία: προώθηση κοινών ευρωπαϊκών στόχων, έντιμη μεσολάβηση, διαβούλευση, συμβιβαστική συμπεριφορά που θα οδηγεί στην αναγκαία ομοφωνία.  Είναι θεμιτό κάθε προεδρία να θέτει ορισμένους στόχους, να διατυπώνει τις προτεραιότητές της, να φιλοδοξεί να καταγραφεί ως μια προεδρία που συνέβαλε σε ορισμένη πρόοδο στις κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές. Αυτό είναι μείζον ζήτημα για την Κύπρο. Η Κύπρος μπορεί να συμβάλει στην γενικότερη συζήτηση σχετικά με το εάν η ΕΕ μπορεί να ξεπεράσει την οικονομική κρίση ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία. Από την ΕΕ των διαφορετικών ταχυτήτων στην σταδιακή επίτευξη της πολιτικής και οικονομικής ένωσης της ΕΕ.

Η Κύπρος έχει τις προϋποθέσεις να επιτύχει. Η σκληρή δουλειά που γίνεται σε διάφορους τομείς, αποτελεί την δικλείδα ασφαλείας για να συμβάλουμε σε μια συνεχή βελτίωση του δικού μας πολιτικού πεπρωμένου. Επιτυχία σημαίνει να θέσεις τη δική σου σφραγίδα σε αποφάσεις που θα διαμορφώσουν το αύριο της ΕΕ.