ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΔΕΣΜΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΕ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ 2012»

ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2012,

ΟΜΙΛΙΑ: ΛΑΡΚΟΣ ΛΑΡΚΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΣ ΚΥΠΕ

 

Στις 12 Οκτωβρίου ο πρόεδρος της νορβηγικής Επιτροπής Νόμπελ Θ. Γιάγκλαντ ανακοίνωσε ότι το Βραβείο Ειρήνης για το 2012 απονέμεται στην ΕΕ. Το βραβείο θα απονεμηθεί σε ειδική τελετή στο Όσλο στις 10 Δεκεμβρίου. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Χέρμαν Βαν Ρομπάι δήλωσε ότι: «οι Ευρωπαίοι κατάφεραν να ξεπεράσουν τον πόλεμο και τους διχασμούς για να σχηματίσουν από κοινού μια ήπειρο ειρήνης και ευημερίας. Είμαστε όλοι πολύ περήφανοι που οι προσπάθειες της ΕΕ για τη διατήρηση της ειρήνης ανταμείβονται. Η Ευρώπη πέρασε από δύο εμφυλίους πολέμους στον 20ό αιώνα και εδραίωσε την ειρήνη χάρη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος ειρηνοποιός στην ιστορία».

 

Η διαπίστωση Ρομπάι είναι ιστορικά δικαιωμένη. Πράγματα η ΕΕ αποτελεί ένα σχέδιο ειρήνης, συνεργασίας, ανάπτυξης, ευημερίας. Είναι η πιο προοδευτική συνένωση λαών και πολιτών που γνώρισε η παγκόσμια ιστορία.

 

Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης με την Κροατία είναι πολύ θετικό γεγονός καθώς δείχνει ότι παρ’ όλα τα προβλήματα η ΕΕ παραμένει ελκυστική, με 28 κράτη- μέλη την 1η Ιουλίου 2013. Οι κροάτες στις 22 Ιανουαρίου 2012 ψήφισαν με ποσοστό 66%, την ένταξη τους στην ΕΕ.

 

Η Ισλανδία αποφάσισε να ενώσει τις τύχες της με την ΕΕ, η οικονομία, οι θεσμοί, η βούληση της μπορεί να βρουν βηματισμό με την ΕΕ στα χρόνια που έρχονται. Η αυξανόμενη αλληλεπίδραση της παγκόσμιας οικονομίας επηρέασε την ισλανδική πολιτική ηγεσία.

Η περίπτωση της Τουρκίας, είναι πιο πολύπλοκη. Η σχέση Τουρκίας-ΕΕ περιβάλλεται από την Υπογραφή Διαπραγματευτικού Πλαισίου στις 3 Οκτωβρίου 2005. Στην παράγραφο 7 αναφέρεται ότι «στόχος η ένταξη, αλλά οι διαπραγματεύσεις είναι ανοικτού τέλους και δεν μπορεί να δοθεί προηγούμενη εγγύηση για την έκβασή τους...η ένταξη θα κριθεί  από τη δυνατότητα της Ένωσης να απορροφήσει την Τουρκία».  

Σήμερα έχουν αλλάξει πολλά και κατά την άποψή μου, το πιο πάνω πλαίσιο δεν υφίσταται. Στην πράξη η ευρωτουρκική βρίσκεται στο κενό. Τα κείμενα της 3ης Οκτωβρίου 2005 έχουν ξεπεραστεί κυρίως γιατί το Βερολίνο και το Παρίσι αναθεώρησαν την προσέγγισή τους. Η Επιτροπή παρέμεινε σιωπηλή και ουσιαστικά άφησε μετέωρη τη συμφωνία του 2005, την οποία η ίδια υπέγραψε.

Το θεμελιακό ερώτημα σήμερα τίθεται ως εξής: Θέλουν  οι δύο πλευρές να πάνε κάπου; Θέλουν να συνεχίσουν στις ράγιες που διαμόρφωσε η συμφωνία στις 3 Οκτωβρίου 2005; Θέλουν μια Ειδική Σχέση; Θέλουν κάτι άλλο και ποιο; Χρειάζεται μια απάντηση και στη συνέχεια μια νέα πολιτική συμφωνία κορυφής ανάμεσα σε Ερτογάν και Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διαφορετικά οι συζητήσεις για την ευρωτουρκική σχέση  έχουν μάλλον  θεωρητικό ενδιαφέρον.

Μια νέα «3η Οκτωβρίου» είναι εφικτή κάτω από προϋποθέσεις: συμφωνία κορυφής, διαδικασία ανοικτού τέλους, αναθέρμανση του διαλόγου κορυφής κλπ Μια τέτοια εξέλιξη υπηρετεί τα ζωτικά συμφέροντα της ΕΕ, της ειρήνης και της συνεργασίας στην Α. Μεσόγειο, και συμβάλλει στην ενδυνάμωση της προσπάθειας για επίλυση ενός κατ’ εξοχή ευρωπαϊκού ζητήματος ελευθερίας, όπως είναι το  κυπριακό. Μια τέτοια κατεύθυνση δημιουργεί στην Τουρκία πλήρη δικαιώματα αλλά και πλήρεις ευθύνες και παρέχει στην ΕΕ το δικαίωμα να εποπτεύει τις εξελίξεις πάνω σε συμφωνημένη βάση.

Μια δυτική πορεία της Τουρκίας, με σαφείς προϋποθέσεις όπως τα Κριτήρια Κοπεγχάγης, οι Εκθέσεις Προόδου, η επίλυση του κυπριακού κλπ δημιουργεί μια ευρύτερη κατάσταση συμφερόντων στην οποία η ΕΕ μπορεί να εποπτεύει ως δύναμη ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή.

Η ΕΕ χρειάζεται να γίνει βασική συνιστώσα στην προσπάθεια για την επίλυση του κυπριακού με το διορισμό Ειδικού Αντιπροσώπου της στις συνομιλίες και με τη συμμετοχή ειδικής ομάδας τεχνοκρατών που θα τον υποστηρίζει. Αυτή η αλλαγή συναντά την έγκριση της μεγάλης πλειοψηφίας ε/κ και τ/κ (δημοσκόπηση «Κύπρος, 2015, Βιώσιμη Ανάπτυξη»). Η δημοσκόπηση βεβαιώνει ότι η ΕΕ διαθέτει τα πιο κατάλληλα εργαλεία για να δώσουμε σύγχρονες λύσεις σε παλαιά προβλήματα π.χ. σφραγίδα ΕΕ στο σύστημα εγγυήσεων.

Σε αυτή την κατεύθυνση είναι σημαντικό η ΕΕ, σε συνεργασία με την Κυπριακή Κυβέρνηση, να εκπονήσει ένα σχέδιο για την τ/κ κοινωνία έτσι που να αναπτυχθεί περισσότερο η αρχή της ενσωμάτωσης των αξιών της ΕΕ σε όλη την επικράτεια της Κύπρου. Αυτό θα προωθήσει τη συνεργασία ανάμεσα στις δύο κοινότητες και θα φέρει τα ζητήματα της εναρμόνισης σε καθημερινό επίπεδο.

Με αυτές τις προϋποθέσεις μια κοινή πρωτοβουλία ΟΗΕ-ΕΕ για την επίλυση υπόσχεται περισσότερα. Η δύναμη μετασχηματισμού που εκφράζει η ΕΕ συνδέεται με εφικτά σχέδια, με κοινά συμφέροντα, με αξιοποίηση της κοινοτικής μεθόδου, με ηγέτες που αναλαμβάνουν ευθύνες για να θέσουν το πεπρωμένο όλης της Κύπρου στο σύστημα αξιών της ΕΕ.

Ο Τ. Ερτογάν στο Βερολίνο στις 31 Οκτωβρίου δήλωσε ότι «η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τον στόχο της ένταξής της στην ΕΕ. Αν καθυστερήσει, τότε η ΕΕ θα χάσει. Θα χάσει τουλάχιστον την Τουρκία». Στην ίδια ομιλία του έκανε μια νέα διασύνδεση λέγοντας ότι «οι περισσότερες από τις μισές χώρες της ΕΕ υπολείπονται της Τουρκίας. Αυτές είναι βάρος για την ΕΕ, δεν μπορούν να ελαφρύνουν το βάρος από τους ώμους της ΕΕ. Εμείς θα επιμείνουμε στην απόφασή μας και θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για αυτό. Δεν θα αποτελέσουμε βάρος για την ΕΕ, αντιθέτως θα ελαφρύνουμε το βάρος της ΕΕ.»

Επιχειρεί να αντιστρέψει το παλαιό επιχείρημα ότι το μέγεθος και η οικονομία της Τουρκίας δεν μπορεί να χωρέσουν στον κοινοτικό προϋπολογισμό, λέγοντας ότι, τώρα, με τις νέες συνθήκες αυτό δεν ισχύσει, αντιθέτως άλλες χώρες αποτελούν βάρος για την οικονομία της ΕΕ, υπονοώντας τις χώρες που έχουν προσφύγει στην «τρόικα» για να αντιμετωπίσουν τα οικονομικά τους προβλήματα.

Η οικονομική κρίση ανέδειξε τις αδυναμίες του παραδοσιακού τρόπου οργάνωσης της ΕΕ. Υποστηρίζω την ολοένα και πιο στενή συνεργασία κρατών-μελών με στόχο την ομοσπονδιακή ΕΕ, ή τις «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

Στον Ζακ Ντελόρ ανήκει ο επίλογοςαν ορισμένα κράτη θέλουν να πάνε πιο μακριά στο δρόμο της ενοποίησης, σεβόμενα τους κοινούς κανόνες, πρέπει να μπορούν να το κάνουν. Αυτός είναι ο λόγος που τάσσομαι υπέρ της μεγαλύτερης αυτονόμησης της ευρωζώνης, σύμφωνα με την λεγόμενη «ενισχυμένη συνεργασία». Χρειάζεται μια οικονομική και νομισματική διακυβέρνηση ομοσπονδιακού τύπου, να αποκτήσει η ευρωζώνη δικό της προϋπολογισμό και εργαλεία παρέμβασης στην οικονομία προκειμένου να ρυθμιστεί η ανάπτυξη. Αν ξαναβρεί τον δυναμισμό της η ευρωζώνη, θα αποκατασταθεί και η αυτοπεποίθηση του συνόλου, της Ευρώπης των «27». Η αντιμετώπιση των κρίσεων χρειάζεται τους πυροσβέστες, αλλά και τους αρχιτέκτονες. Τώρα είναι η στιγμή».