Λάρκος Λάρκου, πρόεδρος ΟΠΕΚ

 

ΟΠΕΚ-ΙΚΜΕ

Λευκωσία, 13 Απριλίου 2009.

 

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΘΕΜΑ: «ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ»

 

Η δημόσια συζήτηση γύρω από το ζήτημα της ασφάλειας στις προσπάθειες για την επίλυση του κυπριακού είναι μια  επιβεβλημένη πολιτική πράξη. Δεν είναι αρκετή η συζήτηση σε επίπεδο κορυφής- οι πολίτες θέλουν να έχουν γνώση για ότι ονομάζουμε περιβάλλον ασφαλείας κατά και μετά τη λύση. Στη συζήτηση αυτή χρειάζεται να προσθέσουμε νέα πολιτικά υλικά, αυτά που η δημιουργεί η σημερινή συγκυρία.

Καταλύτης για αυτό αποτελεί η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Δύο σταθμοί αλλάζουν ουσιωδώς τα ισοζύγια δυνάμεων: η υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης της Κύπρου στην ΕΕ στη Στοά του Αττάλου στις 23 Απριλίου 2003 και  η 1η Μαίου 2004 ως το τελευταίο στάδιο της προσχώρησης. Αυτή η προσαρμογή στο νέο περιβάλλον δημιουργεί αφ’ εαυτής ένα νέο περιβάλλον ασφαλείας πάνω στο οποίο η Κύπρος χρειάζεται να επεξεργαστεί συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις και να επεξεργαστεί σενάρια.

Πάνω σε αυτή την κατεύθυνση διατυπώνω τις πιο κάτω σκέψεις.

Η αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής αποτελεί κεντρικό θέμα για ότι ονομάζουμε πλαίσιο ασφαλείας σε μια ελεύθερη Κύπρο. Στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις από την ΕΕ και τον ΟΗΕ μπορεί να εποπτεύσουν τη διαδικασία αποχώρησης.

 Στη τελική διευθέτηση του κυπριακού δύο μηχανισμοί μπορεί να παράσχουν τις απαιτούμενες εγγυήσεις: ο ΟΗΕ (άρθρο 7 του Καταστατικού Χάρτη)  και η ΕΕ στο πιο υψηλό επίπεδο. Η ΕΕ μπορεί να εγγυηθεί την εφαρμογή της λύσης μέχρι το τελικό της στάδιο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, από την   Επιτροπή με τακτικές εκθέσεις της, και από το Συμβούλιο Υπουργών πρώτα με την παρουσία Μόνιμου Εκπροσώπου της ΕΕ στο νησί και, δεύτερο,  με τη δημιουργία ενός Μηχανισμό Διαρκούς παρακολούθησης στις περιοχές που ενδεχομένως να παρατηρείται καθυστέρηση ή πιθανή υιοθέτηση μιας παρελκυστικής πολιτικής στην υλοποίηση των συμφωνιών. Ανάλογη απόφαση μπορεί να λάβει και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

 Η Συνθήκη Εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως αυτή διαμορφώθηκε το 1960 με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου είναι προϊόν του Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος- μέλος της ΕΕ, ενώ οι εγγυήτριες δυνάμεις του συστήματος του 1960 (Ελλάδα, Τουρκία, Μεγάλη Βρετανία)  είναι, είτε πλήρη μέλη (Ελλάδα, Μ. Βρετανία) είτε υποψήφια (Τουρκία).

 Το δικαίωμα της μονομερούς επέμβασης –μη αποκλειομένης της στρατιωτικής- στα εσωτερικά ενός κράτους-μέλους της ΕΕ αντίκειται σε όλες τις συνθήκες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η ΕΕ από το 1957 έως σήμερα. Η ίδια η Κύπρος έχει την πρώτη ευθύνη να αναλάβει την επεξεργασία και την προβολή αυτής της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας που θα συνδέει την ίδια με την πολιτική βαρύτητα της ΕΕ. Σε αυτή τη συζήτηση και στην περίπτωση που η πολιτική ηγεσία κρίνει ότι ένα σύστημα εγγυήσεων είναι αναγκαίο για να φθάσουμε σε λύση, τότε είναι πολύ χρήσιμος ο συντονιστικός ρόλος της ΕΕ. Η  ΕΕ μπορεί να συμβάλει ώστε να ξεπεραστεί η συγκρουσιακού χαρακτήρα συμφωνία του ’60, με μια νέα που θα προωθεί τη θεσμική  διαβούλευση και την πολιτική συνεννόηση με στόχο την ειρηνική και με  διπλωματική μέσα επίλυση προβλημάτων, έτσι που το ξεπέρασμά τους να συντελείται σε ένα περιβάλλον ασφαλείας στο οποίο απαγορεύεται η χρήση ή η απειλή χρήσης βίας.

Η επικύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας μέσα στο 2009 επιτρέπει στην Κύπρο να αξιοποιήσει την πρόνοια της «Ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής»  η οποία στο άρθρο 28α, παρ. 7, του Τίτλου V, προβλέπει ότι «σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών». Αυτό δίνει στην Κύπρο μια δυνατότητα, που μπορεί να γίνει πιο σημαντική σε συνδυασμό με τη συμμετοχή μας   στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας (ΕΠΑΑ). Η συμμετοχή της Κύπρου σε κοινές δράσεις και σε ειρηνευτικές αποστολές της ΕΕ στο πλαίσιο της ΕΠΑΑ συνιστά ενίσχυση και της δικής μας πολιτικής ασφάλειας.

 Η ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, δεν έχει παράδοση ή κάποιες θεαματικές  επιτυχίες στα ζητήματα αυτά. Είναι πολύ σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι αυτή η υπαρκτή ΕΕ, με τα μέσα που σήμερα διαθέτει (κυρίως πολιτικά, και δευτερευόντως αμυντικά)  μπορεί να δημιουργήσει την πολιτική κινητικότητα που το μέγεθος της Κύπρου απαιτεί.

Κεντρικό στοιχείο παραμένει η ανάδειξη της ΕΕ ως του ισχυρού «παίκτη» στο περιβάλλον ασφαλείας γύρω από τη διαδικασία επίλυσης. Με τέσσερις παραδοχές: πρώτο, η ΕΕ έχει αδυναμίες και κενά, δεύτερο, ότι δεν υπάρχουν πλαίσια ασφαλείας που με μαγικό ραβδί επιλύουν τα πάντα, τρίτο, εμείς χρειάζεται να πούμε τι θέλουμε προτείνοντας εφικτές δράσεις που να βασίζονται πάνω στα ευρωπαϊκά κείμενα και, τέταρτο, χρειάζονται ρυθμίσεις που θα απαντούν στις δίκαιες ευαισθησίες των ε/κ. Τα κείμενα είναι σημαντικά. Οι ευαισθησίες των ανθρώπων πιο σημαντικές.

Στην εποχή μας οι έννοιες ασφάλεια-εγγυήσεις αποκτούν νέα περιεχόμενα και αυτά μπορούμε να αναδείξουμε. Το δίκτυο ασφαλείας για την Κύπρο αφορά τη δική μας θέληση να αναπτύσσουμε δίκτυα συμφερόντων μέσα στην Ε.Ε. (οικονομικά, πολιτικά, αμυντικά, πολιτιστικά, δράσεις που να προωθούν κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα). Να δημιουργήσουμε πλέγμα συσχετισμών δύναμης που να καθιστούν την Κύπρο πιο ισχυρή μέσα στο σύστημα της σταθερότητας που συνιστά η ΕΕ.

Η πολιτική ασφάλειας μπορεί να λειτουργήσει κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις:

πρώτο, η ε/κ πλευρά να έχει κερδίσει το στοίχημα της ιστορικής γνώσης, της σοφίας που προκύπτει από τα παθήματα και τις περιπέτειες του χθες,

δεύτερο,  να αφήσουμε στο περιθώριο την δήθεν πολιτική του πρωτοκόλλου και να διασυνδέσουμε την ουσία του κυπριακού (εισβολή-κατοχή-επίλυση) με τις ευρωτουρκικές σχέσεις,

τρίτο, το αίσθημα  της υπευθυνότητας να νικήσει τις μικροπολιτικές και τη δημαγωγία για εσωτερική κατανάλωση, και,

τέταρτο να υποστηριχθεί η προσπάθεια που καταβάλλει σήμερα ο πρόεδρος Δ. Χριστόφιας με στόχο τη συνολική επίλυση.  Η υποστήριξη σε αυτή  την προσπάθεια αποτελεί έκφραση ευθύνης απέναντι στο μέλλον της πατρίδας μας.