ΟΜΙΛΙΑ: «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΑ»

Λάρκος Λάρκου, πρόεδρος ΔΣ ΚΥΠΕ

«Σπίτι της Ευρώπης», Λευκωσία, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Οργάνωση: ΟΠΕΚ

Ο Γ. Κρανιδιώτης υλοποίησε ένα πρωτοποριακό σχέδιο δράσης με στόχο την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Μέσα σε 13 χρόνια (1985-1999), βήμα με βήμα, σε ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, άλλαξε συσχετισμούς και άνοιξε το δρόμο για την πλήρη ένταξη.
Η Συμφωνία Σύνδεσης Κύπρου-ΕΟΚ υπεγράφη το 1972. Ολοκληρωνόταν το 1977. Τα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ήταν διστακτικά στο να πάμε ένα βήμα πιο πέρα. Ο Γ. Κρανιδιώτης γράφει:

«Τα μέλη είτε απέφευγαν να εμπλακούν στη διένεξη στην Κύπρο, την οποία θεωρούσαν ότι βρισκόταν μακριά από τη σφαίρα των συμφερόντων τους, είτε ασκούσαν έμμεση πίεση στα μέρη για να να διαφοροποιήσουν τη στάση τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Παρά τις προσπάθειες της Λευκωσίας, η ΕΟΚ απέρριπτε την ιδέα της προώθησης της επόμενης φάσης της Συμφωνίας Σύνδεσης.

Δύο παράγοντες άλλαξαν τα δεδομένα: πρώτον η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981 και δεύτερον η περαιτέρω ανάπτυξη της Πολιτικής Ενοποίησης και της Πολιτικής Συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Το 1987 μετά από δέκα χρόνια καθυστέρησης, τέθηκε σε εφαρμογή η Τελωνειακή Ένωση Κύπρου-ΕΟΚ από την 1 Ιανουαρίου 1988. Ο Γ. Κρανιδιώτης γράφει για το θέμα:

«Η Ελλάδα συνέδεσε την υιοθέτηση της ΤΕ Κύπρου-ΕΟΚ με την Μεσογειακή πολιτική της Κοινότητας. Η Ελλάδα κατέστησε σαφές στους εταίρους της ότι δεν θα μπορούσε να δώσει τη συγκατάθεσή της στην Μεσογειακή πολιτική εκτός και αν θα προχωρούσε η ΤΕ Κύπρου-ΕΟΚ».

Ταυτόχρονα η Ελλάδα με την σκέψη του Γ. Κρανιδιώτη συνέδεσε την πρόοδο των σχέσεων Τουρκίας-ΕΟΚ με το κυπριακό πρόβλημα. Το 1988 αυτή η πολιτική έγινε πολιτική της Κοινότητας. Τον Απρίλιο του 1988 στα Συμπεράσματα του Συμβουλίου πέρασε η φράση «το κυπριακό επηρεάζει τις ευρωτουρκικές σχέσεις». Η φράση που επανελήφθη σε επόμενα Συμβούλια.

Αυτές οι επιτυχίες ενθάρρυναν τις κυβερνήσεις Κύπρου- Ελλάδας να επιδιώξουν την πολιτική που θα οδηγούσε στην πλήρη ένταξη. Οι δύο κυβερνήσεις δεν είχαν την ίδια άποψη σε σχέση με το χρόνο υποβολής της αίτησης. Η Ελληνική κυβέρνηση ενθάρρυνε τη Λευκωσία να υποβάλει αίτηση για πλήρη συμμετοχή στην ΕΟΚ επί ελληνικής προεδρίας το δεύτερο εξάμηνο του 1988. Ο Γ. Κρανιδιώτης επιμελήθηκε της σχετικής επιστολής προς τον κύπριο πρόεδρο Γ. Βασιλείου.

Ο Γ. Κρανιδιώτης εξηγεί το σκεπτικό της επιδίωξης ενταξιακής στρατηγικής:

«Αν η Κύπρος ενταχθεί στην ΕΕ, η κοινοτική νομική παράδοση, θα εφαρμοστεί και στο νησί. Και ένας αριθμός από σημαντικά θέματα και διαστάσεις του κυπριακού θα μπορούσαν να ρυθμιστούν σύμφωνα με αυτές τις πρόνοιες -δημοκρατία, ελευθερία, ελευθερία δικίνησης, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες, σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα και παράδοση κάθε κοινότητας. Η πλήρης ένταξη θα ενδυνάμωνε την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Κύπρου. Θα ήταν πολύ δύσκολο για μια τρίτη χώρα, όπως λ.χ η Τουρκία, να επέμβει στρατιωτικά σε κράτος μέλος της ΕΕ. Η ενταξιακή πορεία θα λειτουργούσε ως κίνητρο για τις κοινότητες της Κύπρου να επιδείξουν μετριοπάθεια και καλή θέληση και να συνεργαστούν για ένα δίκαιο και διαρκή συμβιαβασμό».

Η Κύπρος υπέβαλε αίτηση για να γίνει πλήρες μέλος της ΕΕ στις 4 Ιουλίου 1990. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μελέτησε το αίτημα και στην Γνωμοδότησή της βρίσκει την Κύπρο από οικονομικής πλευράς «επιλέξιμη» για ένταξη. Ωστόσο, η Επιτροπή «εκφράζει επιφυλάξεις κατά πόσο η Κύπρος θα μπορούσε να ενταχθεί χωρίς την προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος». Η Επιτροπή έκανε διασύνδεση ανάμεσα στην ενταξιακή πορεία με την πρόοδο στις διακοινοτικές συνομιλίες. 

Το 1993 το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές στην Ελλάδα.  Στη νέα φάση που ακολούθησε η προσπάθεια του Γ. Κρανιδιώτη αφορούσε την ενταξιακή πορεία της Κύπρου. Γράφει:

«Να διασφαλίσουμε ενταξιακές συνομιλίες με την Κύπρο και σε αυτό καταλυτικό ρόλο θα έπαιζε η βεβαίωση ότι το αδιέξοδο στο κυπριακό οφειλόταν στην τ/κ ηγεσία».

Τον Δεκέμβριο του 1993 το Συμβούλιο Υπουργών διόρισε τον υψηλόβαθμο αξιωματούχο της Επιτροπής Σεζ Αμπού ως Ευρωπαίο Παρατηρητή στο κυπριακό. Η εντολή στον Αμπού ήταν, πρώτο, να παρακολουθεί τις συνομιλίες για το κυπριακό και, δεύτερο,  να υποβάλει σχετική έκθεση τον Ιανουάριο του 1995.

Ταυτόχρονα άρχισε η συζήτηση για την πολιτική της διεύρυνσης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Με πρωτοβουλίες του Γ. Κρανιδιώτη, στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης της προοπτικής της ένταξης της Κύπρου, αποφασίστηκε στο Συμβούλιο της Κέρκυρας το 1994 ότι «στην επόμενη διεύρυνση της ΕΕ θα περιλαμβάνονται η Κύπρος και η Μάλτα».  

Ως υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας ο Γ. Κρανιδιώτης στις 16 Νοεμβρίου 1994 έστελε γράμμα στους ομολόγους του σχετικά με την ενταξιακή πορεία της Κύπρου. Μερικά σημεία από την επιστολή αυτή αναφέρω αμέσως:

Πρώτο: «Η Ελλάδα πιστεύει ότι η Κύπρος δεν πρέπει να γίνει όμηρος της τουρκικής αδιαλλαξίας, η οποία συστηματικά παρεμποδίζει την πρόοδο στις διακοινοτικές συνομιλίες».

Δεύτερο: «Αν αποδεχθούμε τη διευθέτηση στο κυπριακό ως προϋπόθεση για την ένταξη, είναι σαν να δίνουμε δύναμη βέτο στην Τουρκία, μια τρίτη χώρα πάνω σε ένα θέμα που είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης».

Τρίτο: «Κάθε περαιτέρω καθυστέρηση στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα δώσει περισσότερους λόγους στην τ/κ ηγεσία και την Τουρκία να συνεχίσουν να μπλοκάρουν τις προσπάθειες για διευθέτηση...»

Κλειδί στα επόμενα βήματα υπήρξε η Έκθεση Σερζ Αμπού (Δεκέμβριος 1994) η οποία με σαφή τρόπο κατεδείκνυε ότι το αδιέξοδο οφειλόταν στην τουρκική πλευρά.

Την 1η Ιανουαρίου 1995, θα έμπαινε σε εφαρμογή η Τελωνειακή Ένωση Τουρκίας- ΕΕ. Το θέμα ήρθε στο Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 1994.  Η απόφαση απαιτούσε ομοφωνία. Γράφει ο Γ. Κρανιδιώτης:

«Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων του Συμβουλίου Υπουργών από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 1994, είχα την ευκαιρία να προβάλω το ελληνικό επιχείρημα στους ομόλογούς μου. Τόνιζα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναθεωρήσει τη στάση της σχετικά με την ΤΕ Τουρκίας ΕΕ, μόνο αν τεθεί σαφές χρονοδιάγραμμα για έναρξη ενταξιακών συνομιλιών με την Κύπρο...»

Στις 19 Δεκεμβρίου 1994 σε παρέμβασή του στο Συμβούλιο Υπουργών  ο Γ. Κρανιδιώτης είπε, μεταξύ άλλων:

«Η Ελλάδα θεωρεί ότι η ΤΕ με την Τουρκία συνιστά ένα ποιοτικό βήμα μπροστά στις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ, και έχει σημαντικό πολιτικό χαρακτήρα....Ωστόσο, η Ελλάδα δεν θα συμφωνήσει στην ΤΕ με την Τουρκία, εκτός και αν πάρει σε αντάλλαγμα κάτι στην Κύπρο. Αν οι εταίροι μας είναι τόσο πρόθυμοι για αυτή τη συμφωνία, πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους κάποιες από τις ελληνικές απαιτήσεις...»

Η συνάντηση Γ. Κρανιδιώτη με τον Υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρ. Χόλμπρουκ τον Ιανουάριο του 1995 βοήθησε στο να ξεπεραστεί το αδιέξοδο. Ο Ρ.  Χόλμπρουκ στήριξε την πολιτική Κρανιδιώτη σε συνομιλίες που είχε με την τότε γαλλική προεδρία και τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Αλέν Ζιπέ και αυτές οι διαβουλεύσεις των δύο πρώτων μηνών του 1995 συνέβαλαν στο να επιλυθεί   το ζήτημα.   

Το πακέτο της συμφωνίας έγραφε:

«1. Η Ελλάδα αίρει το βέτο της σχετικά με την Τ.Ε. με την Τουρκία.

2. Οι ενταξιακές συνομιλίες με την Κύπρο θα αρχίσουν έξι μήνες μετά το τέλος της Διακυβερνητικής Διάσκεψης του 1996.

3. Ο «Δομημένος Διάλογος» ανάμεσα στην ΕΕ και στην Κύπρο θα αρχίσει στη βάση της υπάρχουσας γραμμής ανάμεσα στην ΕΕ και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης».

Το πρώτο σχέδιο συμφωνίας ανάμεσα στον γάλλο Υπουργό Εξωτερικών Αλέν Ζιπέ και τον Υφυπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Γ. Α. Μαγκάκη δέχθηκε ευθεία κριτική στην Αθήνα ως «αόριστο»- η σχετική συμφωνημένη φράση ήταν «να αρχίσουν ενταξιακές συνομιλίες μετά τη Διακυβερνητική του 1996». Ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Α. Παπανδρέου αφού πρώτα ζήτησε την παραίτηση Μαγκάκη, κάλεσε τον Γ. Κρανιδιώτη να κάνει νέες διαβουλεύσεις. Έτσι στις 6 Μαρτίου 1995 ολοκληρώθηκε  συμφωνία  με βάση το αναθεωρημένο κείμενο Ζιπέ-Κρανιδιώτη με την προσθήκη της φράσης- κλειδί «έξι μήνες μετά το τέλος της Διακυβερνητικής του 1996».

Ο Γ. Κρανιδιώτης το 1996 εισηγήθηκε τα πιο κάτω για την Κύπρο στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας της Ένωσης (CFSP) με στόχο την ενδυνάμωση του πολιτικού ρόλου της ΕΕ στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο:

  1. «Διορισμός Συντονιστή για το κυπριακό ζήτημα, καθώς ο ρόλος του Σερζ Αμπού ολοκληρήθηκε.
  1. Μέτρα και προγράμματα που να καλλιεργούν τη συνεργασία ε/κ και τ/κ μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
  1. Προγράμματα εναρμόνισης της νομοθεσίας, της οικονομίας της νήσου μέσα στο πλαίσιο της ΕΕ.
  1. Ευρωπαϊκή διάσκεψη για το κυπριακό.
  1. Ευρωπαϊκό σχέδιο για την επίλυση του κυπριακού που θα λαμβάνει υπόψιν το κεκτημένο και την προοπτική της ένταξης»

Το πακέτο αυτό υιοθετήθηκε από τον Εισηγητή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Γιαν Μπερτένς, μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο εισηγητής την περιέλαβε στην Έκθεσή του και ως ψήφισμα υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.   
Παρά τις δραστηριότητες αυτές, η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών-μελών δεν συμφωνούσε με την ιδέα της ένταξης χωρίς προηγούμενη λύση στο πολιτικό πρόβλημα. Αυτό κατέστη πολύ σαφές όταν τον Ιούνιο του 1999 στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επί γερμανικής προεδρίας στην Κολωνία, η εισήγηση για να πάρει η Τουρκία καθεστώς υποψήφιας χώρας είχε τη στήριξη των κρατών –μελών της ΕΕ των «15», πλην της Ελλάδας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες θα λαμβανόταν απόφαση επί του θέματος στην επόμενη Σύνοδο. Επιπρόσθετα τέσσερις χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία) ζητούσαν με έναν πιο παρεμβατικό τρόπο «πρώτα λύση στο κυπριακό, ύστερα ένταξη».
Ο  Γ. Κρανιδιώτης ανέλυσε τα νέα δεδομένα και διαμόρφωσε τη στρατηγική της Ελλάδας. Σε συνέντευξή του στις 12 Ιουλίου 1999 στο Reuters, (Jeremy Gaunt,  12 Ιουλίου 1999 ) διατύπωσε τις θέσεις της Αθήνας ενόψει της  επόμενης Συνόδου Κορυφής που θα διεξαγόταν στο Ελσίνκι  στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 1999. Ως εξής:
«Εάν η Τουρκία αποτύχει να εκπληρώσει τα κριτήρια (επίλυση του κυπριακού, καλύτερες σχέσεις με την Ελλάδα, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία) και τα μέλη της ΕΕ επιθυμούν να της προσφέρουν κανονική υποψηφιότητα, ενδεχομένως στη Σύνοδο Κορυφής τον προσεχή Δεκέμβριο, τότε η Ελλάδα μπορεί να το αποδεχθεί αυτό κάτω από δύο προϋποθέσεις. Πρώτα, εγγυήσεις ότι η ένταξη της Κύπρου θα προχωρήσει απρόσκοπτα, χωρίς η λύση στο κυπριακό να είναι προϋπόθεση και δεύτερο δημόσια δήλωση αλληλεγγύης από την ΕΕ στο Αιγαίο».

Ο Κ. Σημίτης πέτυχε τη μεγαλύτερη διπλωματική νίκη της Κύπρου μετά την εισβολή του 1974. Τo Κείμενο  Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Ελσίνκι αναφέρει ότι:
«Η επίλυση του πολιτικού προβλήματος θα διευκολύνει την προσχώρηση της Κύπρου στην ΕΕ. Εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων δεν έχει επιτευχθεί λύση, η απόφαση του Συμβουλίου όσον αφορά την προσχώρηση θα ληφθεί χωρίς η ανωτέρω να αποτελέσει προϋπόθεση. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο θα λάβει υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία».
Ο Κώστας Σημίτης στο βιβλίο του «Πολιτική για μια Δημιουργική Ελλάδα, 1996-2004» υπογραμμίζει τα εξής:
«Η σύνδεση της ένταξης της Κύπρου με την ευρύτερη διαδικασία διεύρυνσης της ΕΕ σήμερα φαίνεται προφανής, δεν ήταν καθόλου αυτονόητη…Το αίτημα της Κύπρου για ένταξη που εκκρεμούσε επί χρόνια έγινε δεκτό προς εξέταση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κέρκυρας τον Ιούνιο του 1994. Η απόφαση ήταν αποτέλεσμα  πρωτοβουλιών της ελληνικής κυβέρνησης και προτάσεων του αείμνηστου Γ. Κρανιδιώτη  που μέχρι τον αδόκητο θάνατό του τον Σεπτέμβριο του 1999 παρακολουθούσε το θέμα και διαμόρφωνε τη στρατηγική μας…».
Ο Γιάννος Κρανιδιώτης ήταν σε θέση να συνεκτιμήσει  προτεραιότητες σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον, να δημιουργήσει επωφελείς συσχετισμούς και εν τέλει να προωθήσει αποτελεσματικά στόχους της εξωτερικής πολιτικής.
Ο Γ. Κρανιδιώτης έβλεπε την ΕΕ ως τον καταλύτη για να λύσουμε το κυπριακό ζήτημα. Έγραψε:
«Η ευρωπαϊκή επιλογή στοχεύει στο να ενισχύσει τον κυπριακό ελληνισμό και την ακεραιότητα της Κύπρου. Αλλά κυρίως για να διευκολύνει την πολιτική λύση του κυπριακού. Η ΕΕ θα λειτουργήσει υπέρ των δύο κοινοτήτων- και της τ/κ και της ε/κ- και θα αποτελέσει εγγύηση και ασφάλεια για τη συμβίωση μεταξύ τους».
Με τη συστηματικότητα που τον διέκρινε, διαμόρφωσε σταθερές θέσεις και σε άλλα ζητηματα εξωτερικής πολιτικής:

Α).  Εξ αρχής υποστηρικτής της σύνθετης ονομασίας για το κράτος των Σκοπίων-όπως «Άνω Μακεδονία ή Βόρεια Μακεδονία».

Β). Στήριζε Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) στο Αιγαίο ως μια πρακτική που μπορούσε να οικοδομήσει συνεννόηση με την Άγκυρα για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το θέμα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Γ). Υποστηρικτής της δυτικής πορείας της Τουρκίας, κάτω από τις προϋποθέσεις που τίθενται από την Επιτροπή αλλά και ως μια εξέλιξη που θα συνέβαλλε στην επίλυση του κυπριακού.

Δ).  Ο «Διάλογος της Βουλιαγμένης» έφερε κοντά ισραηλινούς και παλαιστίνιους κοινοβουλευτικούς.

Ε). Πρωταγωνιστής στην εξομάλυνση της έκρυθμης κατάστασης στην Αλβανία σε συνεννόηση με τον Φ. Νάνο και με συνεπή δραστηριότητα για πρόοδο στα Δ. Βαλκάνια.
Στοιχεία που χαρακτήριζαν την πολιτική και διπλωματική του δράση:
1. Ο Γιάννος Κρανιδιώτης υπήρξε κατ` εξοχήν «βενιζελικός» πολιτικός. Οικοδομούσε ισορροπίες συμφερόντων, ώστε μέσα από τις διασυνδέσεις να πηγαίνει μπροστά ένας στρατηγικός στόχος. Τον περιγράφει:
«Η Κύπρος να αναδειχθεί σε χώρο ειρήνης, σταθερότητας και συνεργασίας στην περιοχή».
2. Πώς προωθούνται οι στόχοι μιας επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής; Έγραψε:

«Οι στρατηγικοί στόχοι δεν προωθούνται με ρητορική, βερμπαλισμούς και αφορισμούς. Η εσωστρέφεια, η αυτάρεσκη περιχαράκωση οδηγούν σε   απομονωτισμό. Απαιτείται συνεχής παρακολούθηση, αντιμετώπιση των θεμάτων, πρωτοβουλίες και πρόγραμμα», (ομιλία στην Ειδική Σύνοδο της Κ.Ε.  του ΠΑΣΟΚ για την εξωτερική πολιτική στις 20 Σεπτεμβρίου 1997).

3. Έδινε μεγάλη σημασία στην εξωστρεφή δραστηριότητα, στην προσωπική επικοινωνία, θεωρούσε ότι η άμεση επαφή με τους πολιτικούς ή τους διπλωμάτες υπηρετούσε ένα στόχο. Το στοιχείο αυτό βοήθησε την Κύπρο στις προσπάθειες για να αποσυνδεθεί η ένταξη από την προηγούμενη λύση του κυπριακού με τις επαφές με Ρ. Κουκ, Γ. Φίσιερ,  Γ. Φερχόικεν, Ρ. Χόλπρουκ κ.ά. Έγραψε:

«Η εξωστρεφής αντίληψη της διεθνούς πολιτικής είναι αυτή που οδηγεί στην ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας. Δημιουργεί συμμαχίες, ταύτιση συμφερόντων και επιτρέπει πιο αποτελεσματικά και αξιόπιστα την προώθηση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής», (22 Απριλίου 1998).

4. Με τις γνώσεις, τη μεθοδικότητα και τη διορατικότητά του σχημάτισε μια δική του διπλωματική σχολή, αυτήν που ονομάζω «σχολή της διπλωματίας των διασυνδέσεων». Ο ορισμός της: πρόβλεψη των εξελίξεων, οικοδόμηση ενός πακέτου από ευρύτερα συμφέροντα, συμμαχίες με αξιοποίηση του κοινοτικού τρόπου σκέψης, λύσεις με κέρδη για περισσότερους του ενός, νέες ισορροπίες συμφερόντων που να συμβάλουν στην επίλυση του αμέσως επόμενου ζητήματος.   

Τρία παραδείγματα:

- Μεσογειακή πολιτική της ΕΕ, με αντάλλαγμα το ξεπάγωμα της ενταξιακής πορείας της Κύπρου.
-Τελωνειακή Ένωση Τουρκίας-ΕΟΚ με αντάλλαγμα τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος για έναρξη ενταξιακών για την Κύπρο.
-Η Τουρκία υποψήφιο μέλος με αντάλλαγμα την απρόσκοπτη ένταξη για την Κύπρο.

Η «διπλωματία των διασυνδέσεων» έθεσε τα θεμέλια για την ένταξη της νήσου στην ΕΕ. Με την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης στη Στοά του Αττάλου στις 16 Απριλίου 2003 και έτσι στην τελική ένταξη την 1η Μαίου 2004.

5. Η πολιτική του φυσιογνωμία εκφραζόταν με χαμηλούς τόνους, με τεκμηρίωση, με ορθολογισμό. Ήταν σταθερά ενάντια στη δημαγωγία, δεν παραπλανούσε με αμετροεπείς εκφράσεις.

6. Ως σοσιαλιστής υποστήριξε σε διεθνή φόρα την ιδέα ενός «Συμβουλίου Αλληλεγγύης» με τις αναπτυσσόμενες χώρες με δύο στόχους. Έγραψε:

«1. Δημοκρατία και οικοδόμηση της ειρήνης και 2. Καταπολέμηση της φτώχειας».

7. Πολιτικός με ποιότητα, με πολύ καλή σχέση με τα γράμματα και τον πολιτισμό. Συγγραφέας βιβλίων, ερασιτέχνης ζωγράφος, μέτοχος μιας επικοινωνίας με κορυφαίους των γραμμάτων. 

8. Συνεπής ευρωπαϊστής. Πρωταγωνιστής σε Ευρωπαϊκές Διασκέψεις με εφικτές ιδέες για την ολοένα και περισσότερη ενοποίηση, την ομοσπονδιακή ΕΕ. Έγραψε:

«Από τη μια οι χώρες που υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία προς την ομοσπονδία, προς μεγαλύτερη συνοχή της ΕΕ και από την άλλη, οι χώρες που υποστηρίζουν τη διακυβερνητική, χαλαρή ενότητα».

9. Ο Γ.  Κρανιδιώτης θεωρούσε ότι η Κύπρος μπορούσε να συμβαδίσει με τα νέα φαινόμενα και να εκσυγχρονίσει την πολιτική της ζωή. Έγραψε:

«Η ένταξη της Κύπρου  στην ΕΕ θα αποδειχθεί ταυτόχρονα και η σημαντικότερη κίνηση για τον εκσυγχρονισμό της κυπριακής κοινωνίας. Η προοπτική αυτή δημιουργεί νέες συνθήκες, νέα δεδομένα που θα επηρεάσουν καθοριστικά και απόλυτα τη λειτουργία κάθε τομέα της κυπριακής ζωής».

10.  Ένα σημαντικό μήνυμα του Γιάννου Κρανιδώτη, ιδιαίτερα σημαντικό για όλους τους κυπρίους, σήμερα:

«Η διχοτόμηση είναι η χειρότερη δυνατή εξέλιξη στο κυπριακό, όχι μόνο για λόγους εθνικούς διότι ένα κομμάτι στο οποίο για 3.000 χρόνια έχει ζήσει ο κυπριακός ελληνισμός θα εγκαταλειφθεί, αλλά διότι μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργήσει μια εκρηκτική κατάσταση στο νησί, θα υπάρχει ένα σύνορο εύθραυστο, εκατοντάδων χιλιομέτρων στην Κύπρο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας ή μεταξύ δύο ανεξάρτητων κρατών το οποίο θα είναι επικίνδυνο και εστία σύγκρουσης, μια αντιπαράθεση που θα διαιωνίζεται, αποσταθεροποιητικός παράγοντας για όλη την ευρύτερη περιοχή. Στην περίπτωση αυτή  ο κυπριακός ελληνισμός πραγματικά θα κινδυνεύει, θα νομιμοποιηθεί  η τουρκική εισβολή και κατοχή. Μια τέτοια εξέλιξη  αντιστρατεύεται τις αρχές πάνω στις οποίες έχει οικοδομηθεί η μεταπολεμική και μεταψυχροπολεμική Ευρώπη...» (1997)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γιάννος Κρανιδιώτης: «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική. Σκέψεις και Προβληματισμοί στο κατώφλι του 21ου αιώνα», εκδόσεις Σιδέρης, 1999
  1. Γιάννος Κρανιδιώτης, In memoriam,  ειδική έκδοση του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, 1999

      3.  Αναφορά στον Γιάννο Κρανιδιώτη, έκδοση ΟΠΕΚ, 2003