Β. Μιχαηλίδης-Λ. Λάρκου: Μια μεγάλη δημιουργία

Τι είναι ένα μεγάλο έργο; Πότε ένα έργο είναι εκλεκτό; Στη δική μου σκέψη αυτό συμβαίνει όταν ένας δημιουργός παίρνει υλικό και του δίνει ποιητικά ή μουσικά φτερά, αν αυτό το έργο γίνεται σταθμός για τους επόμενους, αν ανοίγει ένα δρόμο για το μέλλον, αν ξεπερνά την εποχή του, αν αφήνει πίσω του μνήμες και αναφορές. Αναφέρω ως παραδείγματα αυτής της κατηγορίας έργων μεγάλης πνοής το Άξιον Εστίν του Μ. Θεοδωράκη, το Χρονικό του Γ. Μαρκόπουλου, ή το Χαμόγελο της Τζοκόντας του Μ. Χατζιδάκη. Στην ποίηση αναφέρω ως παραδείγματα τον Διονύσιο Σολωμό, τον Οδυσσέα Ελύτη ή τον Γιώργο Σεφέρη. Η Κύπρος διαθέτει έργα που περιλαμβάνονται σε αυτή την μεγάλη κατηγορία είτε έχουν αποτυπωθεί στη δημοτική γλώσσα είτε στην κυπριακή διάλεκτο -κυρίως το ποιητικό έργο του Β. Μιχαηλίδη, του Κ. Μόντη και του Κ. Χαραλαμπίδη. Στη μουσική διαδρομή έργων μεγάλης πνοής ο Μ. Χριστοδουλίδης με τις «Άκρες των Ακρών», ο Γ. Κοτσώνης με την «Κυρά των Αμπελιών», ο Μάριος Τόκας με την «Αμμόχωστο Βασιλεύουσα» ή ο Κ. Κωστέας με το συνολικό έργο του ΣΥΚΑΛΥ.

Στη νέα σελίδα της μεγάλης δημιουργίας μπαίνει κατά τρόπο απαιτητικό ο Λάρκος Λάρκου με το έργο του «Το πρώτο δω βασίλειο είχαν θεοί το κτίσει». Ο συνθέτης πήρε την ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη και την έντυσε με εξαίσιες μουσικές δημιουργίες, με μια μοναδική έμπνευση πάνω σε δύσκολο στίχο, βγαλμένο μέσα από την πιο χαρισματική ποιητική φλέβα της νήσου. Ο Λάρκος Λάρκου άντλησε υλικό από την μακραίωνη μουσική παράδοση της Κύπρου και δημιούργησε ένα έργο-σταθμό στα μουσικά δρώμενά της. Ο συνθέτης έδειξε ότι έχει τις δυνάμεις να διαγράψει έναν μεγάλο κύκλο δημιουργίας, με ακούσματα ή ήχους από την κυπριακή παράδοση αλλά με αποδέκτες το σημερινό ακροατήριο στη Δύση και στην Ανατολή. «Στο πρώτο δω βασίλειο είχαν θεοί το κτίσει», ο συνθέτης αναζωογονεί την παράδοση με εκπλητικές συνθέσεις όπως «Η Χιώτισσα εν Λεμεσώ κατά το 1821», όπως με ακούσματα στηριγμένα στη μουσική διάσταση των αιώνων («Αι διαιρέσεις και αι κοινωνία), όπως του σαρκασμού ως αντίδραση στην κάθε είδους τυρανία (Εις την Κύπρον), όπως της ιστορίας ως υπόθεσης ανατροπής (Η 9η Ιουλίου του 1821, εν Λευκωσία- Κύπρου), ή της γραφής που ισοδυναμεί με έναν ύμνο στην «ευμορφιάν» (Μία Νυξ).

Το έργο αυτό που υπογράφει ο Λάρκος Λάρκου όπως και εκείνο του Μ. Χριστοδουλίδη («Στες άκρες των Ακρών») σηκώνουν τη μουσική δημιουργία της Ανατολικής Μεσογείου πιο ψηλά και συναντούν έργα της «κλασσικής» μουσικής παράδοσης όπως ο «Ερωτόκριτος» του Β. Κορνάρου και η αξεπέραστη κυπριακή Ακριτική Ποίηση. Ο Π. Λιασίδης ορίζει το κλασσικό με το στίχο ότι «η μουσική τζ η ποίησις εν προίτζιες π’ον γερνούσιν». Έτσι συναντά τη σκέψη του Τ. Ανθία, καθώς «πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, πο ’κανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι». Ο Λάρκος Λάρκου απαντά με εντυπωσιακά θετικό τρόπο στις κρίσεις των Π. Λιασίδη και Τ. Ανθία. Με το έργο του «Το πρώτο δω βασίλειο είχαν θεοί το κτίσει» διευρύνει την πολιτιστική μας ταυτότητα γιατί την συνδέει με τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα, προτείνει μια πρωτοποριακή δημιουργία «που πλαταίνει τη σκέψη» σε μια σκληρή περίοδο.

Λάρκος Λάρκου